Η αξιολόγηση στο Δημόσιο, το ΠΑΣΟΚ και ο προοδευτικός πόλος της Κυβέρνησης.

Χρυσάφης Κ., Καθηγητής Α.Π.Θ.
Δημόσιος υπάλληλος

Τον Ιούλιο όλοι πληροφορηθήκαμε από τα ΜΜΕ ότι το ΠΑΣΟΚ προβάλει σοβαρές αντιρρήσεις για το νόμο για την αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων, ιδιαίτερα για την επιβολή ποσοστώσεων στις κρίσεις και ειδικά για την χαμηλή αξιολόγηση του 15%. Λόγω αυτών των διαφωνιών έγιναν και ειδικές συναντήσεις του πρωθυπουργού, με τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης και τον αρμόδιο υπουργό. Για πληρέστερη ενημέρωση όσων δεν είναι γνώστες του θέματος, ο νόμος αυτός έχει ψηφιστεί πριν από αρκετούς μήνες και από τα δύο κόμματα και η έναρξη εφαρμογής του λόγω των ευρωεκλογών μετακινήθηκε για τον Ιούνιο του 2014. Σε πρώτη φάση θα έπρεπε η διοίκηση να ορίσει το μέγεθος των μονάδων στις οποίες θα εφαρμοζότανε η ποσόστωση της αξιολόγησης και η κατανομή σε κάθε τέτοια μονάδα. Ήδη ορισμένοι φορείς του δημοσίου έχουν ολοκληρώσει όλη τη διαδικασία της αξιολόγησης. Το ΠΑΣΟΚ, ενώ βρισκόμαστε ήδη σε φάση υλοποίησης του νόμου, μετά τις έντονες αντιδράσεις των συνδικαλιστικών φορέων των δημοσίων υπαλλήλων ανακάλυψε ότι έχει διαφωνίες με πτυχές του νόμου. Μέχρι σήμερα ο θεσμός της αξιολόγησης ήταν πρακτικά άγνωστος στο δημόσιο στο βαθμό που η συμπλήρωση των δελτίων αξιολόγησης ήταν τυπική και αναγόρευε όλους του υπαλλήλους σε άριστους, βαθμολογίες μεταξύ 9 και 10 για την συντριπτική πλειοψηφία των υπαλλήλων.

Μια ολοκληρωμένη προσέγγιση για το θεσμό της αξιολόγησης, από την προοδευτική λογική, θα έπρεπε να απαντά σε ορισμένα βασικά ερωτήματα. Ποιες βασικές προϋποθέσεις πρέπει να υφίστανται για μια κατά το δυνατόν αντικειμενική αξιολόγηση; Πρέπει να συνδέεται με το ύψος του μισθού; Πρέπει η αξιολόγηση να συνδέεται με απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων; Τα τρία αυτά ερωτήματα πρέπει να απαντηθούν προτού αξιολογήσουμε μια πολιτική ως μεταρρυθμιστική ή συντηρητική. Κατ’ αρχήν αναφορικά με τις προϋποθέσεις. Για να είναι αντικειμενική η αξιολόγηση θα πρέπει να υπάρχει ένα οργανόγραμμα σε κάθε υπηρεσία που θα μπορεί να προωθεί την παραγωγικότητα σε κάθε υπηρεσία και όχι την γραφειοκρατία με σύγχυση αρμοδιοτήτων, σαφείς αρμοδιότητες για κάθε υπάλληλο με σαφώς καθορισμένους ατομικούς στόχους και στόχους ανά τμήμα και διεύθυνση. Σήμερα προς το παρόν τίποτα από αυτά δεν υπάρχει στη διοίκηση. Τα δύο επόμενα ερωτήματα συνδέονται μεταξύ τους και απαντούν στο εξής απλό ερώτημα: η αξιολόγηση πρέπει να έχει αποκλειστικά και μόνο παιδευτικό χαρακτήρα; Η μόνη επίπτωση για ένα κακό υπάλληλο θα είναι να παρακολουθήσει ένα επιμορφωτικό σεμινάριο πάνω στα θέματα της εργασίας του; Η μόνη επιβράβευση για τον καλό υπάλληλο θα είναι ότι κάποτε σε κάποια κρίση για τις ελάχιστες διευθυντικές κρίσεις θα είναι ένα θετικό στοιχείο κρίσης; Σε μια κοινωνία αυτογνωσίας αυτά πιθανόν θα ήταν αρκετά, σήμερα όμως δεν μπορούν να είναι τα στοιχεία αλλαγής νοοτροπίας για το δημόσιο τομέα.
Πολλές φορές δημόσια στο παρελθόν έχω τονίσει ότι το ενιαίο μισθολόγιο είναι καταστροφή για το δημόσιο τομέα. Μια πολιτική αμοιβών πρέπει να παίρνει υπόψη της τόσο το εκπαιδευτικό επίπεδο του υπαλλήλου όσο και το είδος της δουλειάς που προσφέρει. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι αμοιβές στα σώματα ασφαλείας. Υπάλληλος στο ίδιο εκπαιδευτικό επίπεδο, με τα ίδια χρόνια υπηρεσίας παίρνει τον ίδιο μισθό είτε ασχολείται μόνιμα με γραφική δουλειά στο τμήμα είτε παίζει καθημερινά με τη ζωή του στις δυνάμεις ΔΙΑΣ. Είναι αυτό λογικό; Βασικό στοιχείο της αξιολόγησης πρέπει να είναι η σύνδεσή της με την αμοιβή εργασίας. Η πρόταση που έχω διατυπώσει είναι η εξής: ο υπάλληλος θα έχει μια βασική αμοιβή στην οποία θα μπορεί να προστίθεται σε ετήσια βάση ένα μπόνους παραγωγικότητας ανάλογα με το βαθμό της αξιολόγησής του. Αυτό το μπόνους επιβράβευσης μπορεί να φτάνει μέχρι και το 25% του βασικού μισθού.
Αναφορικά με το τρίτο ερώτημα σχετικά με τη σύνδεση της αξιολόγησης με απολύσεις υπαλλήλων. Θεωρώ ότι η Ελληνική κοινωνία είναι έτοιμη να συζητήσει την άρση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων. Είναι νομίζω αυτονόητο ότι μπορεί να υπάρχουν υπάλληλοι οι οποίοι κατά τη διάρκεια της απασχόλησής τους αποδεικνύεται ότι είναι ακατάλληλοι για τον τομέα στον οποίο έχουν επιλεγεί. Είναι αυτονόητο ότι δεν αναφέρομαι σε ακαταλληλότητα που προκύπτει στη πορεία λόγω ιατρικών προβλημάτων. Ένας νόμος για την αξιολόγηση πρέπει να έχει στο πυρήνα του και τη δυνατότητα των απολύσεων. Στη περίπτωση όμως αυτή θα πρέπει να δούμε ορισμένα προαπαιτούμενα, π.χ. αριθμός συνεχόμενων αρνητικών κρίσεων. Ο υπάλληλος με αρνητική κρίση, πρώτον δεν θα έχει καμία μισθολογική αύξηση, θα παρακολουθήσει σεμινάριο επιμόρφωσης αν αυτό είναι απαραίτητο και πιθανόν μετά από τρείς συνεχόμενες αρνητικές κρίσεις θα μπορεί να παραπεμθεί στα αρμόδια όργανα με το ερώτημα της απόλυσης.
Το ΠΑΣΟΚ αλλά και τα υπόλοιπα κόμματα της «προοδευτικής» αντιπολίτευσης αρνούνται να πάρουν σαφή θέση και στα τρία προηγούμενα ερωτήματα. Στα λόγια λένε ναι στην αξιολόγηση αλλά χωρίς καμία επίπτωση. Προτιμούν τον λαϊκισμό και την αναποτελεσματικότητα των υπηρεσιών.
Σήμερα επειδή όλα τα προηγούμενα δεν υφίστανται το ερώτημα είναι τι πρέπει να γίνει. Η αξιολόγηση δεν μπορεί να συνδεθεί άμεσα με τις αμοιβές ούτε με τις απολύσεις στο βαθμό που δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του πρώτου ερωτήματος. Παρόλα αυτά όμως το δημόσιο πρέπει να αλλάξει νοοτροπία στην αξιολόγηση άμεσα. Από την τυπική αξιολόγηση και την αναγόρευση όλων ως αρίστων πρέπει να πάμε στην συγκριτική αξιολόγηση. Η συγκριτική αξιολόγηση των υπαλλήλων είναι βέβαιο ότι αναγκαστικά θα διακρίνει κάποιους υπαλλήλους σε πολύ καλούς, σε καλούς και σε λιγότερο καλούς ή κακούς. Μπορούμε να θεσπίσουμε κάποια ποσόστωση στις τρεις αυτές κατηγορίες. Στη φάση που διανύουμε, την παιδευτική, είναι υποχρεωτικό. Όση έχουν εμπειρία μακρόχρονη στο δημόσιο σίγουρα μπορούν να συμφωνήσουν σε κάποια ποσοστά. Το ποσοστό του 15% για υπαλλήλους λιγότερο καλούς ή κακούς δεν απέχει από την σημερινή πραγματικότητα. Αυτό που πρέπει να διασαφηνιστεί είναι το εύρος της μονάδας στην οποία θα προχωρήσει η συγκριτική αξιολόγηση. Δεν πρέπει να είναι ούτε πολύ μικρό, ένα τμήμα με τρεις ή τέσσερεις υπαλλήλους ούτε όμως μια μεγάλη διεύθυνση. Αυτό θα πρέπει να εξειδικευτεί ανά υπηρεσία και συνάφεια αντικειμένων των υπαλλήλων. Επίσης η εφαρμογή του στη φάση που διανύουμε, μέχρι την πλήρη εφαρμογή των νέων οργανογραμμάτων και των λοιπών προϋποθέσεων δεν μπορεί να συνδεθεί με απολύσεις. Είναι αυτονόητο δε, ότι το ποσοστό των υπαλλήλων που θα ενταχθούν στο 15% δεν πρέπει να μπουν σε καθεστώς διαθεσιμότητας, γιατί ο θεσμός αυτός δεν πρέπει να συνδέεται με την μετακίνηση ενός κακού υπαλλήλου από τη μια υπηρεσία στην άλλη.
Θεωρώ ότι το ΠΑΣΟΚ αν θέλει να είναι ο προοδευτικός πόλος της κυβέρνησης συνεργασίας πρέπει να παρουσιάζει ολοκληρωμένες προτάσεις και όχι να ενστερνίζεται και εκ των υστέρων όλα τα λαϊκίστικα αιτήματα των συνδικαλιστικών φορέων και άλλων ομάδων πίεσης.

Χρυσάφης Κ., Καθηγητής Α.Π.Θ.
Δημόσιος υπάλληλος

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s